ΜΕΡΟΣ 1 — Ο Γείτονας που Πετούσε Φακελάκια Τσαγιού στο Μπαλκόνι μου… Μέχρι που Άφησε Ένα Σημείωμα με Τέσσερις Λέξεις
Έντεκα χρόνια.
Τόσο καιρό έμενα στο διαμέρισμα 3Β.
Έντεκα ολόκληρα χρόνια.
Αρκετά για να γνωρίζω ποια σκάλα έτριζε τα χειμωνιάτικα πρωινά, ποιος γείτονας άφηνε πάντα ανοιχτή την πόρτα της εισόδου, ποιος ξεχνούσε τα σκουπίδια του στον διάδρομο και ποιος κατέβαινε κάθε Κυριακή στις εννέα ακριβώς για να αγοράσει εφημερίδα.
Ήξερα ποιος είχε σκύλο.
Ποιος είχε γάτα.
Ποιος περίμενε παιδί.
Ποιος είχε χωρίσει.
Ποιος είχε χάσει τη δουλειά του.
Και, χωρίς να το επιδιώξω ποτέ, είχα γίνει κάτι σαν το ανεπίσημο αρχείο της πολυκατοικίας.
Οι άνθρωποι άφηναν τα εφεδρικά κλειδιά τους σε μένα.
Παρέδιδα δέματα.
Πότιζα φυτά όταν οι γείτονες έφευγαν για διακοπές.
Πρόσεχα κατοικίδια.
Έλεγα στους καινούργιους ενοίκους πού βρίσκονταν οι κάδοι ανακύκλωσης.
Αν κάποιος άκουγε έναν περίεργο θόρυβο από τον λέβητα, συνήθως χτυπούσε πρώτα τη δική μου πόρτα.
Δεν με ενοχλούσε.
Μου άρεσε να είμαι χρήσιμη.
Το όνομά μου είναι Μάργκαρετ Κόλιερ.
Και για έντεκα χρόνια ήμουν αυτό που όλοι αποκαλούσαν «καλή γειτόνισσα».
Ήσυχη.
Λογική.
Προβλέψιμη.
Μέχρι που μετακόμισε ο Ντάνιελ Χάρτλεϊ στο διαμέρισμα 4Β.
Την πρώτη φορά που τον είδα, κουβαλούσε δύο μεγάλες σακούλες με χώμα και ένα φυτό τόσο μεγάλο που μετά βίας περνούσε από την πόρτα.
«Χρειάζεστε βοήθεια;» τον ρώτησα.
Γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε.
«Αν μπορείτε να μου εξηγήσετε πώς κάποιος αποφασίζει να αγοράσει ένα φυτό μεγαλύτερο από το διαμέρισμά του, θα σας ήμουν ευγνώμων.»
Γέλασα.
«Καλώς ήρθατε στην πολυκατοικία.»
Του έδωσα ένα μικρό χαρτί.
Πάνω είχα γράψει το τηλέφωνο της διαχείρισης, τον αριθμό για τις επείγουσες βλάβες, τις ώρες κοινής ησυχίας και το πρόγραμμα ανακύκλωσης.
Το πήρε και το κοίταξε.
«Εσείς είστε η διαχείριση;»
«Όχι.»
«Τότε ποια είστε;»
«Η Μάργκαρετ από το 3Β.»
Χαμογέλασε.
«Μάργκαρετ από το 3Β. Εντάξει. Θα το θυμάμαι.»
Δεν ήξερα τότε πόσο καλά θα θυμόταν το όνομά μου.
Για τους πρώτους μήνες, όλα ήταν φυσιολογικά.
Ο Ντάνιελ ήταν ευγενικός.
Με χαιρετούσε στο ασανσέρ.
Κρατούσε την πόρτα ανοιχτή για τους ηλικιωμένους ενοίκους.
Μια φορά μάλιστα, κουβάλησε τα ψώνια της κυρίας Όκαφορ από το 2C μέχρι την πόρτα της.
Σκέφτηκα ότι είχα κάνει λάθος όταν φοβήθηκα πως ένας καινούργιος ένοικος θα έφερνε προβλήματα.
Ώσπου ένα πρωινό του Νοεμβρίου άκουσα έναν μικρό ήχο στο μπαλκόνι μου.
Τακ.
Κοίταξα έξω.
Ένα χρησιμοποιημένο φακελάκι τσαγιού βρισκόταν πάνω στο πλακάκι.
Ήταν ακόμα υγρό.
Κοίταξα προς τα πάνω.
Το μπαλκόνι του 4Β βρισκόταν ακριβώς από πάνω.
«Μάλλον ο αέρας», είπα στον εαυτό μου.
Το μάζεψα.
Το πέταξα.
Και το ξέχασα.
Την επόμενη μέρα εμφανίστηκε άλλο ένα.
Την τρίτη μέρα, άλλο ένα.
Την τέταρτη, βρήκα ένα πάνω στην απλωμένη πετσέτα μου.
Καφέ υγρό είχε αφήσει έναν μεγάλο λεκέ.
Αυτή τη φορά δεν μπορούσα να το αγνοήσω.
Ανέβηκα στον τέταρτο όροφο.
Χτύπησα την πόρτα του 4Β.
Ο Ντάνιελ άνοιξε σχεδόν αμέσως.
«Καλημέρα, Μάργκαρετ.»
«Καλημέρα. Συγγνώμη που σε ενοχλώ.»
«Κανένα πρόβλημα.»
Σήκωσα το φακελάκι.
«Αυτό… έπεσε στο μπαλκόνι μου.»
Το βλέμμα του έπεσε πάνω του.
Για μια στιγμή φάνηκε πραγματικά αμήχανος.
«Ωχ…»
«Ναι.»
Έβαλε το χέρι στο μέτωπό του.
«Εγώ πρέπει να το έκανα.»
«Έχει συμβεί αρκετές φορές.»
Αναστέναξε.
«Τα πετάω μερικές φορές πάνω από το κιγκλίδωμα όταν τελειώνω το τσάι μου. Δεν το σκέφτομαι.»
«Θα ήθελα απλώς να σταματήσει.»
«Φυσικά. Συγγνώμη.»
Ο τρόπος που το είπε ήταν τόσο απλός, ώστε έφυγα χωρίς να θυμώσω.
Μάλιστα, καθώς κατέβαινα τη σκάλα, σκέφτηκα πως ίσως να είχα αντιδράσει υπερβολικά.
Ίσως πραγματικά να ήταν μια κακή συνήθεια.
Ίσως να σταματούσε.
Δεν σταμάτησε.
Τρεις μέρες αργότερα, άλλο ένα φακελάκι έπεσε στο μπαλκόνι.
Δεν ανέβηκα.
Πέρασε μια εβδομάδα.
Άλλο ένα.
Πέρασαν δύο εβδομάδες.
Άλλο ένα.
Και μετά ήρθε ο Δεκέμβριος.
Ένα πρωί είχα απλώσει δύο λευκές πετσέτες.
Όταν γύρισα, μία από αυτές είχε πάνω της έναν τεράστιο καφέ λεκέ.
Και μέσα στην πτυχή του υφάσματος υπήρχε ένα υγρό φακελάκι.
Το πήρα στα χέρια μου.
Το κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα.
Και τότε κατάλαβα ότι είχα κάνει αρκετή υπομονή.
Ανέβηκα ξανά.
Χτύπησα την πόρτα.
Ο Ντάνιελ άνοιξε.
«Πάλι;»
«Ναι. Πάλι.»
Με κοίταξε.
«Μάργκαρετ, είναι απλώς ένα φακελάκι τσαγιού.»
«Δεν είναι απλώς ένα φακελάκι τσαγιού όταν καταστρέφει πράγματα.»
«Θα καθαριστεί.»
«Δεν καθαρίστηκε.»
Έβγαλα το κινητό μου και του έδειξα τη φωτογραφία της πετσέτας.
Για πρώτη φορά, το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
«Εντάξει.»
«Θα ήθελα να σταματήσει.»
«Καλά.»
«Ευχαριστώ.»
Γύρισα να φύγω.
Τότε τον άκουσα πίσω μου.
«Ξέρεις…»
Σταμάτησα.
«Τι;»
«Ζεις κάτω από εμένα.»
Γύρισα αργά.
«Το ξέρω.»
«Τότε θα πρέπει να συνηθίσεις μερικά πράγματα.»
Δεν απάντησα.
Εκείνος συνέχισε:
«Δεν γίνεται να ελέγχεις όλα όσα πέφτουν από πάνω.»
Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.
Και μετά χαμογέλασε.
«Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα.»
Έκλεισε την πόρτα.
Έμεινα μόνη στον διάδρομο.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κουνήθηκα.
Ένιωθα περισσότερο έκπληξη παρά θυμό.
Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι.
Δεν ήταν πλέον ατύχημα.
Ήταν επιλογή.
Επέστρεψα στο διαμέρισμά μου.
Δεν φώναξα.
Δεν χτύπησα ξανά την πόρτα του.
Δεν έκανα σκηνή.
Έφτιαξα καφέ.
Κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας και άνοιξα το παλιό μου ντουλάπι με τα έγγραφα της μίσθωσης.
Πριν συνταξιοδοτηθώ, είχα εργαστεί είκοσι δύο χρόνια σε δικηγορική εταιρεία ως υπεύθυνη αρχείων.
Και ήξερα κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι ξεχνούν.
Όταν κάποιος θέλει να σε κάνει να χάσεις την ψυχραιμία σου, το χειρότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να του δώσεις ακριβώς αυτό που θέλει.
Έβγαλα ένα καθαρό σημειωματάριο.
Στην πρώτη σελίδα έγραψα:
«Διαμέρισμα 4Β — Περιστατικά.»
Και από κάτω έγραψα την ημερομηνία.
Μετά άρχισα να καταγράφω.
Ώρα.
Ημέρα.
Τι ακριβώς είχε συμβεί.
Πού είχε πέσει το φακελάκι.
Τι είχε καταστραφεί.
Πόσες φορές είχα του είχα ζητήσει να σταματήσει.
Δεν ήξερα ακόμη αν θα χρειαζόταν ποτέ αυτό το σημειωματάριο.
Αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι έπρεπε να το κρατήσω.
Εκείνο το βράδυ, λίγο μετά τις έντεκα, άκουσα έναν θόρυβο από πάνω.
Βήματα.
Η μπαλκονόπορτα του 4Β άνοιξε.
Έπειτα κάτι χτύπησε το κιγκλίδωμα.
Και αμέσως μετά…
Τακ.
Ένα ακόμα φακελάκι τσαγιού προσγειώθηκε στο μπαλκόνι μου.
Σηκώθηκα από την καρέκλα.
Πλησίασα.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο του.
Δίπλα του υπήρχε κάτι άλλο.
Ένα μικρό, λευκό κομμάτι χαρτί.
Το σήκωσα.
Το ξεδίπλωσα αργά.
Πάνω του υπήρχαν μόνο τέσσερις λέξεις.
«Μην με προκαλείς, Μάργκαρετ.»
Ένιωσα ένα κρύο ρίγος να περνάει από την πλάτη μου.
Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι είχα να κάνω με έναν αγενή άνθρωπο.
Τώρα όμως ήξερα κάτι διαφορετικό.
Ο Ντάνιελ δεν πετούσε απλώς φακελάκια τσαγιού.
Ήθελε να μου στείλει μήνυμα.
Και το χειρότερο ήταν ότι δεν είχα ιδέα τι ακριβώς φοβόταν ότι θα ανακάλυπτα.
Έσκυψα ξανά πάνω από το χαρτί.
Και τότε πρόσεξα κάτι που με έκανε να παγώσω.
Στην κάτω δεξιά γωνία υπήρχε ένας μικρός αριθμός.
4Β.
Δεν ήταν απλώς το διαμέρισμά του.
Ήταν σαν κάποιος να μου έλεγε ότι ήξερε ακριβώς πού έμενα.
Και εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά μετά από έντεκα χρόνια, κλείδωσα την πόρτα του διαμερίσματός μου δύο φορές.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment