ΜΕΡΟΣ 5 — «Η ΕΜΙΛΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ — ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΓΙΑΤΙ ΟΛΟΙ ΦΟΒΟΝΤΑΝ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ»
Ο άνθρωπος στη φωτογραφία λεγόταν Μάρτιν Κέιν.
Ήταν παλιός φίλος της οικογένειας της Άμπιγκεϊλ.
Και, σύμφωνα με τα αρχεία, είχε μετακομίσει από την πολιτεία λίγους μήνες μετά την εξαφάνιση.
«Γιατί τον ξέρεις;» ρώτησα την Έμιλι.
«Δεν τον ήξερα τότε.»
«Αλλά τον θυμάσαι.»
«Ναι.»
Τον θυμόταν από τον σταθμό.
Ήταν εκείνος που της είπε ότι «όλα θα πάνε καλά».
Της είπε ότι ο πατέρας της ήταν θυμωμένος.
Ότι έπρεπε να φύγει για λίγο.
Ότι αργότερα θα μπορούσε να επιστρέψει.
Δεν επέστρεψε ποτέ.
Ο Μάρτιν την πήγε στους συγγενείς.
Μετά εξαφανίστηκε από τη ζωή της.
Ο σερίφης άρχισε να ψάχνει τα παλιά αρχεία του.
Και τότε εμφανίστηκε κάτι που κανείς δεν περίμενε.
Ο Μάρτιν είχε εργαστεί για λίγο σε μια εταιρεία που συνεργαζόταν με τον Γκραντ.
Δεν υπήρχε άμεση απόδειξη ότι είχε πληρωθεί για την απαγωγή.
Υπήρχαν όμως τηλεφωνικές κλήσεις.
Πολλές.
Την ίδια εβδομάδα.
Οι έρευνες συνεχίστηκαν.
Η Έμιλι, όμως, είχε ήδη επιστρέψει σπίτι.
Και το πιο δύσκολο κομμάτι άρχισε τότε.
Δεν ήταν εύκολο να ξαναγίνει η κόρη μου μέσα σε μία μέρα.
Είχε χάσει δέκα χρόνια.
Εγώ είχα χάσει δέκα χρόνια.
Η Νόρα είχε μεγαλώσει κουβαλώντας μια ενοχή που δεν της ανήκε.
Κάθε βράδυ καθόμασταν μαζί.
Μερικές φορές μιλούσαμε.
Μερικές φορές όχι.
Μια μέρα η Έμιλι μπήκε στο δωμάτιό της.
Άγγιξε τις ροζ κουρτίνες.
Πήρε ένα παλιό βιβλίο.
«Το θυμάμαι αυτό.»
«Δεν το πέταξα.»
«Ούτε αυτό;»
«Τίποτα.»
Βρήκε μια μικρή φωτογραφία.
Εγώ, εκείνη και η Άμπιγκεϊλ.
Η Έμιλι χαμογέλασε.
«Ήμασταν ευτυχισμένοι.»
«Ήμασταν.»
Μετά κοίταξε τη φωτογραφία για ώρα.
«Μπαμπά…»
«Ναι;»
«Δεν θέλω να περάσω τα επόμενα δέκα χρόνια μισώντας τους.»
Δεν περίμενα αυτή την απάντηση.
«Τότε τι θέλεις;»
«Θέλω να μάθω γιατί.»
Αυτό ακριβώς κάναμε.
Οι αρχές πήραν νέες καταθέσεις.
Ο Γκραντ παραδέχτηκε ότι είχε βοηθήσει να φύγει η Έμιλι από την πόλη.
Υποστήριξε όμως ότι το έκανε επειδή πίστευε πως η οικογένεια της Άμπιγκεϊλ είχε δικαίωμα να την προστατεύσει.
Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ενημέρωσε εμένα, είπε:
«Πίστευα ότι θα αντιδρούσε συναισθηματικά.»
«Είμαι ο πατέρας της», απάντησα.
«Το ξέρω.»
«Τότε γιατί;»
Δεν είχε απάντηση.
Η Νόρα τον κοίταξε.
«Γιατί με άφησες να κατηγορούμαι δέκα χρόνια;»
Ο Γκραντ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Φοβήθηκα ότι αν μιλούσα, όλα θα κατέρρεαν.»
«Και γι' αυτό άφησες να καταρρεύσει η ζωή μου;»
Δεν μίλησε.
Η Έμιλι σηκώθηκε.
«Αρκετά.»
Τον κοίταξε για τελευταία φορά.
«Δεν θα αποφασίσεις εσύ πια για τη ζωή μου.»
Ο Γκραντ έφυγε.
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή.
Οι άνθρωποι της πόλης άρχισαν να θυμούνται πράγματα.
Ποιος είχε δει τι.
Ποιος είχε ακούσει ποιο τηλεφώνημα.
Ποιος είχε λάβει γράμμα.
Ποιος είχε σιωπήσει.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα.
Ένας ηλικιωμένος άντρας ήρθε σπίτι.
Ήταν ο άνθρωπος που είχε καταθέσει αρχικά ότι είδε το αυτοκίνητο του Γκραντ.
Μου έδωσε έναν μικρό φάκελο.
«Έπρεπε να σας το είχα δώσει πριν από χρόνια.»
«Τι είναι;»
«Ένα γράμμα.»
«Από ποιον;»
«Από την κόρη σας.»
Το άνοιξα.
Ήταν γραμμένο με παιδικά γράμματα.
«Μπαμπά, λυπάμαι που έφυγα. Δεν ήθελα να σε αφήσω. Θα γυρίσω σύντομα.»
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
Η Έμιλι το διάβασε.
Και έκλαψε.
«Το έγραψα το πρώτο βράδυ.»
«Γιατί δεν μου το έδωσαν;»
Ο άντρας κατέβασε το κεφάλι.
«Μου είπαν να το κρατήσω.»
Η Έμιλι πήρε το γράμμα.
Το έσφιξε στο στήθος της.
«Όλα αυτά τα χρόνια…»
Η Νόρα την αγκάλιασε.
Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήταν ο σερίφης.
«Βρήκαμε τον Μάρτιν Κέιν.»
«Πού είναι;»
«Ζει σε άλλη πολιτεία.»
«Και;»
«Είπε ότι θέλει να μιλήσει.»
«Γιατί τώρα;»
Ο σερίφης πήρε ανάσα.
«Επειδή ισχυρίζεται ότι δεν ήταν εκείνος που αποφάσισε να πάρει την Έμιλι.»
«Τότε ποιος;»
Η απάντηση ήταν τόσο ήσυχη που σχεδόν δεν την άκουσα.
«Λέει ότι η εντολή ήρθε από κάποιον που εσείς εμπιστευόσασταν περισσότερο απ' όλους.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment