ΜΕΡΟΣ 8 — «Ο πατέρας μου ήταν ζωντανός… και κρατούσε στα χέρια του την αλήθεια που μας είχε διαλύσει»
Η πόρτα άνοιξε αργά.
Τόσο αργά, που για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μπορούσε να δει ποιος βρισκόταν από την άλλη πλευρά.
Η Τζοάνα κρατούσε το μωρό σφιχτά στην αγκαλιά της.
Ο Λόγκαν είχε σηκωθεί από το κρεβάτι.
Ο Ντέιβιντ είχε σταθεί μπροστά τους.
Ο Ρόμπερτ δεν κουνήθηκε.
Και τότε εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος άντρας.
Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα.
Το πρόσωπό του είχε γεράσει.
Όμως η Τζοάνα τον αναγνώρισε αμέσως.
Δεν χρειαζόταν φωτογραφία.
Δεν χρειαζόταν επιβεβαίωση.
Ήταν εκείνος.
Ο πατέρας της.
Ο άντρας που είχε πιστέψει νεκρό για χρόνια.
Ο άντρας που είχε θάψει μέσα στην καρδιά της μαζί με τον αδελφό της.
Ο άντρας που τώρα στεκόταν μπροστά της.
Ζωντανός.
Η Τζοάνα δεν μπορούσε να μιλήσει.
Εκείνος την κοίταξε.
«Μεγάλωσες.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη.
Αυτό έκανε τα πράγματα χειρότερα.
Η Τζοάνα ένιωσε ένα κύμα οργής να ανεβαίνει μέσα της.
«Εσύ…»
Εκείνος έκανε ένα βήμα.
Ο Ντέιβιντ μπήκε μπροστά.
«Μην πλησιάσεις.»
Ο ηλικιωμένος άντρας τον κοίταξε.
«Δεν ήρθα να πειράξω κανέναν.»
«Τότε γιατί είσαι εδώ;» ρώτησε ο Ρόμπερτ.
Ο άντρας κοίταξε τον γιο του.
«Γιατί τελείωσε η φυγή.»
Η Τζοάνα έσφιξε το μωρό πάνω της.
«Δώδεκα χρόνια.»
Ο άντρας την κοίταξε.
«Ξέρω.»
«Δώδεκα χρόνια σε θεωρούσα νεκρό.»
«Το ξέρω.»
«Και τον Μάικλ επίσης.»
«Το ξέρω.»
Η φωνή της άρχισε να τρέμει.
«Γιατί;»
Ο άντρας δεν απάντησε.
«Γιατί μας το έκανες αυτό;»
«Για να σας προστατεύσω.»
Η Τζοάνα γέλασε πικρά.
«Αυτό λένε όλοι όταν θέλουν να δικαιολογήσουν ένα ψέμα.»
Ο άντρας χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ίσως έχεις δίκιο.»
«Ίσως;»
Η φωνή της υψώθηκε.
«Έχασα τον αδελφό μου! Έχασα εσένα! Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι η οικογένειά μου είχε καταστραφεί και τώρα μου λες ότι ήσασταν και οι δύο ζωντανοί;»
«Δεν ήταν τόσο απλό.»
«Για μένα ήταν πολύ απλό.»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
«Εγώ έμεινα μόνη.»
Ο άντρας κοίταξε το μωρό.
«Και τώρα έχεις οικογένεια.»
Η Τζοάνα αμέσως το προστάτεψε με το σώμα της.
«Μην κοιτάς τον γιο μου.»
Ο Λόγκαν μπήκε ανάμεσά τους.
«Δεν θα τον αγγίξεις.»
Ο άντρας τον κοίταξε.
«Εσύ πρέπει να είσαι ο Λόγκαν.»
Ο Λόγκαν συνοφρυώθηκε.
«Με γνωρίζεις;»
«Σε γνωρίζω καλύτερα απ' όσο νομίζεις.»
«Ποτέ δεν σε έχω δει.»
«Όχι από κοντά.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον πατέρα της.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Εκείνος δεν απάντησε.
Ο Ρόμπερτ πήρε τον λόγο.
«Πες της την αλήθεια.»
Ο άντρας τον κοίταξε.
«Κι εσύ έχεις πολλά να εξηγήσεις.»
«Αυτό δεν αφορά εμένα.»
«Αφορά όλους μας.»
Η Τζοάνα ένιωσε πως κάτι σημαντικό κρυβόταν πίσω από αυτά τα λόγια.
«Τι κάνατε;»
Ο πατέρας της κοίταξε τον Ρόμπερτ.
«Πριν δεκαπέντε χρόνια, ανακάλυψα ότι κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα χρήματα της οικογένειάς μας για παράνομες συναλλαγές.»
«Και;»
«Αρνήθηκα να συμμετάσχω.»
«Γι' αυτό εξαφανίστηκες;»
«Όχι μόνο γι' αυτό.»
«Τότε για τι;»
Ο άντρας έσκυψε το κεφάλι.
«Γιατί ανακάλυψα ότι κάποιος από την ίδια μας την οικογένεια είχε ήδη εμπλακεί.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον Ρόμπερτ.
Μετά τον Λόγκαν.
Μετά ξανά τον πατέρα της.
«Ποιος;»
Ο άντρας δεν απάντησε.
Ο Ρόμπερτ μίλησε.
«Ήμουν εγώ.»
Η Τζοάνα πάγωσε.
«Τι;»
Ο Ρόμπερτ έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν γνώριζα όλη την έκταση όσων συνέβαιναν.»
«Τότε τι γνώριζες;»
«Ήξερα ότι υπήρχαν λογαριασμοί και εταιρείες που χρησιμοποιούνταν για να μετακινούνται χρήματα.»
«Και δεν μίλησες;»
«Φοβήθηκα.»
«Όλοι φοβόσασταν!»
Η Τζοάνα ξέσπασε.
«Όλοι φοβόσασταν και εγώ πλήρωσα το τίμημα!»
Ο Λόγκαν πλησίασε.
«Τζοάνα…»
«Όχι.»
Τα δάκρυά της κυλούσαν.
«Δεν θέλω άλλο να με προστατεύετε με ψέματα.»
Ο πατέρας της έβγαλε έναν μικρό φάκελο από το σακάκι του.
«Γι' αυτό ήρθα.»
Της τον έδωσε.
«Τι είναι;»
«Η αλήθεια.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον φάκελο.
«Όλη η αλήθεια;»
«Ό,τι μπόρεσα να κρατήσω ασφαλές.»
«Γιατί τώρα;»
«Γιατί ο Μάικλ επέστρεψε.»
«Και επειδή ο Λόγκαν επέζησε.»
Η Τζοάνα τον κοίταξε.
Ο άντρας έγνεψε.
«Νόμιζα ότι αν ο Λόγκαν πέθαινε, όλα θα έμεναν θαμμένα.»
Ο Λόγκαν ένιωσε ένα ρίγος.
«Τι εννοείς;»
Ο πατέρας της Τζοάνα τον κοίταξε.
«Το μόσχευμα που σου έδωσε ο Μάικλ δεν ήταν τυχαίο.»
Ο Λόγκαν συνοφρυώθηκε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ο Μάικλ ήθελε να σε σώσει.»
«Το ξέρω.»
«Αλλά ήξερε ότι αν σε έσωζε, θα επέστρεφε στην επιφάνεια και το παρελθόν μας.»
Η Τζοάνα άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες, έγγραφα και ένα μικρό USB.
Στην πρώτη φωτογραφία υπήρχαν τρεις άντρες.
Ο πατέρας της.
Ο Ρόμπερτ.
Και ένας τρίτος άντρας.
Η Τζοάνα κοίταξε τη φωτογραφία.
«Ποιος είναι αυτός;»
Ο πατέρας της δεν απάντησε.
Ο Ρόμπερτ κοίταξε τη φωτογραφία και χλόμιασε.
«Δεν γίνεται…»
Η Τζοάνα γύρισε προς εκείνον.
«Τον γνωρίζεις;»
Ο Ρόμπερτ έγνεψε αργά.
«Ναι.»
«Ποιος είναι;»
«Ο άνθρωπος που όλοι νομίζαμε ότι πέθανε πριν από χρόνια.»
Η Τζοάνα κοίταξε ξανά τη φωτογραφία.
Και τότε παρατήρησε κάτι.
Στο πίσω μέρος υπήρχε μια ημερομηνία.
Ήταν η ίδια ημερομηνία με εκείνη της εξαφάνισης του Μάικλ.
«Τι συνέβη εκείνη τη μέρα;»
Ο πατέρας της έκλεισε τα μάτια.
«Ο Μάικλ δεν σκοτώθηκε.»
«Το ξέρω.»
«Αλλά δεν εξαφανίστηκε μόνος του.»
Η Τζοάνα περίμενε.
«Τον πήρα εγώ.»
Η Τζοάνα πάγωσε.
«Εσύ;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν έμενε, θα τον σκότωναν.»
«Ποιοι;»
Ο άντρας την κοίταξε.
«Οι άνθρωποι που νόμιζα ότι μπορούσα να εμπιστευτώ.»
«Και πού τον πήγες;»
«Σε ασφαλές μέρος.»
«Για δώδεκα χρόνια;»
«Ναι.»
Η Τζοάνα ένιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν ξανά στα μάτια της.
«Και γιατί δεν μου το είπες;»
«Γιατί ήσουν το μόνο άτομο που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να φτάσουν σε εκείνον.»
Η σιωπή ήταν απόλυτη.
Και τότε το τηλέφωνο του Ρόμπερτ χτύπησε ξανά.
Ο Μάικλ.
Ο Ρόμπερτ απάντησε.
«Μάικλ;»
Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν πανικόβλητη.
«Μην τον αφήσετε να φύγει από εκεί.»
Ο Ρόμπερτ κοίταξε τον πατέρα της Τζοάνα.
«Ποιον;»
«Τον πατέρα μας.»
Η Τζοάνα γύρισε απότομα.
Ο Μάικλ συνέχισε:
«Δεν σας είπε την τελευταία αλήθεια.»
Ο πατέρας της Τζοάνα έμεινε ακίνητος.
«Ποια αλήθεια;» ρώτησε η Τζοάνα.
Η φωνή του Μάικλ ακούστηκε καθαρά από το τηλέφωνο:
«Ο άνθρωπος που κυνηγούσε την οικογένειά μας τόσα χρόνια…»
Παύση.
«…δεν ήταν ο πατέρας μας.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον πατέρα της.
«Τότε ποιος ήταν;»
Και ο Μάικλ είπε:
«Ο άνθρωπος που στέκεται δίπλα σου αυτή τη στιγμή.»
Η Τζοάνα κοίταξε τον Ρόμπερτ.
Το πρόσωπό του είχε γίνει κατάλευκο.
Και για πρώτη φορά…
κανείς δεν είχε απάντηση.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 9…

0 comments:
Post a Comment