ΜΕΡΟΣ 4 — «ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΓΑΜΟ ΑΝΟΙΞΑ ΞΑΝΑ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ — ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΑΓΝΟΗΣΕΙ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΩ ΑΝ Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ»
Ο γάμος πέρασε.
Όλοι μιλούσαν για το νυφικό.
Για το πόσο όμορφο ήταν.
Για το πόσο συγκινημένος ήταν ο Μπίλι.
Για τη γιαγιά Ρόουζ.
Αλλά κανείς δεν ήξερε τι υπήρχε μέσα στην επένδυσή του.
Κανείς εκτός από εμένα.
Για εβδομάδες, το γράμμα δεν έφευγε από το μυαλό μου.
Το διάβαζα ξανά και ξανά.
Κάθε φορά παρατηρούσα διαφορετικά πράγματα.
Μία νύχτα, καθώς το διάβαζα, σταμάτησα σε μία φράση.
«Όταν βρήκα το ημερολόγιο της Ελίζ…»
Δεν έλεγε πότε.
Δεν έλεγε πού.
Δεν έλεγε πώς.
Και τότε αναρωτήθηκα:
Γιατί η γιαγιά είχε κρατήσει και το ημερολόγιο;
Γιατί δεν το είχε καταστρέψει;
Γιατί το είχε αφήσει να υπάρχει;
Ίσως επειδή ήξερε ότι κάποια στιγμή θα χρειαζόμουν περισσότερα από μία επιστολή.
Την επόμενη ημέρα τηλεφώνησα στον δικηγόρο της.
Τον ρώτησα αν υπήρχαν άλλα προσωπικά αντικείμενα που δεν είχα παραλάβει.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Υπάρχει ένα κουτί.»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Τι κουτί;»
«Η γιαγιά σου μου είχε ζητήσει να το κρατήσω μέχρι να ολοκληρωθεί ο γάμος σου.»
Πάγωσα.
«Ο γάμος μου;»
«Ναι.»
Το κουτί έφτασε δύο ημέρες αργότερα.
Ήταν μικρό.
Ξύλινο.
Και πάνω του υπήρχε ένα χαρτί.
«Όταν θα είσαι έτοιμη.»
Το άνοιξα.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες της μητέρας μου.
Ένα μικρό βραχιολάκι.
Δύο γράμματα.
Και ένα ημερολόγιο.
Το ημερολόγιο της Ελίζ.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
Το άνοιξα.
Οι πρώτες σελίδες ήταν γεμάτες συνηθισμένες σκέψεις.
Δουλειά.
Φόβοι.
Όνειρα.
Μέχρι που έφτασα σε μία ημερομηνία.
Εκεί έγραφε για τον Μπίλι.
Και για πρώτη φορά διάβασα τα λόγια της μητέρας μου.
«Δεν ξέρει για το παιδί.»
Η επόμενη φράση με έκανε να σταματήσω.
«Ίσως είναι καλύτερα έτσι.»
Και από κάτω:
«Αν μάθει, θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη ζωή που έχει και σε εμάς.»
Έκλεισα το ημερολόγιο.
Δεν ήξερα τι να νιώσω.
Η μητέρα μου δεν είχε απλώς κρύψει την εγκυμοσύνη.
Φοβόταν ότι η αποκάλυψη θα κατέστρεφε μια άλλη οικογένεια.
Και η γιαγιά είχε συνεχίσει το ίδιο μονοπάτι.
Κρατώντας την αλήθεια κρυφή.
Μόνο που τώρα υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να αγνοήσω.
Μία ημερομηνία.
Η ημερομηνία της γέννησής μου.
Και δίπλα της, μία σημείωση της γιαγιάς.
«Ίσως κάποτε χρειαστεί να ξέρει.»
Για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι ίσως η γιαγιά δεν ήθελε να κρατήσει το μυστικό για πάντα.
Ίσως περίμενε.
Περίμενε μέχρι να μπορώ να αποφασίσω μόνη μου.
Και τότε το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Ήταν ο Μπίλι.
«Κάθριν, μπορούμε να συναντηθούμε;»
Η φωνή του ήταν βαριά.
«Φυσικά.»
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να σου πω.»
Δεν ήξερα ακόμα ότι ο Μπίλι είχε ήδη αρχίσει να ψάχνει.
Και ότι η αλήθεια είχε αρχίσει να βγαίνει στην επιφάνεια χωρίς τη δική μου βοήθεια.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment