ΜΕΡΟΣ 4 — «Η Μέρεντιθ μου είπε το ψέμα που κρατούσε θαμμένο για είκοσι χρόνια» — Και όταν άνοιξα τον πρώτο φάκελο, ανακάλυψα ότι η Κλόη ήταν μέρος ενός σχεδίου που είχε ξεκινήσει πριν καν γεννηθεί
«Πες μου.»
Η Μέρεντιθ καθόταν στο πάτωμα.
«Ο πρώτος φάκελος ήταν δικός μου.»
«Τι είχε μέσα;»
«Μια καταγγελία.»
«Εναντίον του πατέρα σου;»
«Ναι.»
«Γιατί δεν μου το είπες;»
«Γιατί πίστευα ότι είχε τελειώσει.»
«Τίποτα δεν είχε τελειώσει.»
Η Μέρεντιθ σήκωσε το βλέμμα.
«Όταν γεννήθηκε η Κλόη, ο πατέρας μου άρχισε να λέει ότι έπρεπε να γίνει δυνατή.»
«Και εσύ;»
«Προσπάθησα να κρατήσω αποστάσεις.»
«Αλλά τον άφησες να έρχεται.»
«Ήταν ο πατέρας μου.»
«Ήταν ο πατέρας σου που σε έκανε να φοβάσαι ως παιδί!»
Η Μέρεντιθ έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό της.
«Ξέρω.»
Τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στον τοίχο.
Μία φορά.
Μετά δύο.
Και από πίσω ακούστηκε μια αδύναμη φωνή.
«Μπαμπά;»
Η Κλόη.
«Κλόη!»
Έτρεξα προς τον τοίχο.
«Είμαι εδώ!»
«Μπαμπά, μη φύγεις!»
«Δεν θα φύγω.»
Η Μέρεντιθ άρχισε να ψάχνει τον τοίχο.
«Υπάρχει μια κρυφή πόρτα.»
Βρήκε έναν παλιό μηχανισμό.
Ο τοίχος άνοιξε.
Πίσω του υπήρχε ένας στενός διάδρομος.
Στο τέλος βρήκαμε την Κλόη.
Ήταν φοβισμένη, αλλά ασφαλής.
Την αγκάλιασα.
«Είμαι εδώ.»
«Το ήξερα ότι θα έρθεις.»
«Ποιος σε έφερε εδώ;»
«Ο παππούς.»
«Πού είναι;»
«Έφυγε όταν άκουσε το αυτοκίνητό σου.»
Η Κλόη κρατούσε κάτι στο χέρι της.
Ένα μικρό USB.
«Μου είπε να το δώσω στη μαμά.»
Η Μέρεντιθ το κοίταξε.
«Όχι.»
«Τι είναι;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω.»
Βρήκαμε έναν υπολογιστή.
Ανοίξαμε τα αρχεία.
Ήταν ηχογραφήσεις.
Η φωνή του Ρίτσαρντ.
«Ένα παιδί που μαθαίνει να φοβάται, δεν αντιδρά όταν μεγαλώσει.»
Η Μέρεντιθ έκλεισε τα μάτια.
Η επόμενη ηχογράφηση ήταν παλαιότερη.
«Η Μέρεντιθ θα κάνει αυτό που της λέω. Πάντα το έκανε.»
Μετά ακούστηκε η φωνή της μητέρας της.
«Δεν μπορείς να συνεχίσεις.»
«Μπορώ.»
«Είναι η εγγονή σου.»
«Ακριβώς.»
Ένιωσα αηδία.
Αλλά τότε ακούστηκε κάτι άλλο.
Μια τρίτη φωνή.
Άγνωστη.
«Και αν ο Χάρισον μάθει;»
Σταμάτησα την ηχογράφηση.
«Ποιος ήταν αυτός;»
Η Μέρεντιθ είχε γίνει χλωμή.
«Ο αδελφός μου.»
«Έχεις αδελφό;»
Δεν απάντησε.
«Μέρεντιθ!»
«Είχα.»
«Τι σημαίνει είχες;»
«Πέθανε.»
«Πότε;»
«Πριν από δέκα χρόνια.»
Κοίταξα την Κλόη.
Η Κλόη ψιθύρισε:
«Ο παππούς είπε ότι ο θείος μου προσπάθησε να τον σταματήσει.»
Και τότε ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο έξω.
Ένα αυτοκίνητο έφυγε με ταχύτητα.
Ο Ρίτσαρντ είχε επιστρέψει.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος.
Στο κάθισμα του συνοδηγού καθόταν μια γυναίκα.
Η μητέρα της Μέρεντιθ.
Και κρατούσε κάτι στα χέρια της.
Έναν φάκελο.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment