ΜΕΡΟΣ 3 — ΤΟ ΓΟΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΙΕΖΕ ΤΟ ΠΟΔΙ ΜΟΥ, Ο ΑΓΚΩΝΑΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΔΙΖΕ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΟΥ ΕΦΤΑΝΕ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ!
Όταν οι αεροσυνοδοί άρχισαν να σερβίρουν τα ποτά, προσπάθησα να κατεβάσω το τραπεζάκι μου.
Ήθελα να πιω λίγο νερό και να φάω κάτι μικρό που είχα φέρει μαζί μου.
Όμως, ο αγκώνας του άντρα βρισκόταν μπροστά από το τραπεζάκι, εμποδίζοντάς με να το ανοίξω κανονικά.
«Συγγνώμη», του είπα. «Μπορείτε να μετακινήσετε λίγο το χέρι σας; Θέλω να χρησιμοποιήσω το τραπεζάκι.»
Δεν απάντησε.
Περίμενα.
Ύστερα επανέλαβα την παράκλησή μου.
«Κύριε, σας μιλάω. Θα μπορούσατε να μετακινηθείτε λίγο;»
Εκείνος γύρισε αργά το κεφάλι του και με κοίταξε σαν να τον είχα διακόψει ενώ έκανε κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
«Θεέ μου, γυναίκα! Δεν μπορείτε να χαλαρώσετε επιτέλους;»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να ζεσταίνεται.
«Δεν σας ζητάω κάτι δύσκολο. Χρειάζομαι απλώς πρόσβαση στο τραπεζάκι μου.»
«Εσείς οι γυναίκες πάντα βρίσκετε κάτι για να παραπονιέστε», είπε και γύρισε ξανά προς την οθόνη του.
Εκείνη τη στιγμή, η αεροσυνοδός που περνούσε από τη σειρά μας σταμάτησε για να μας ρωτήσει τι θέλαμε να πιούμε.
Εγώ ζήτησα νερό.
Ο άντρας ζήτησε αναψυκτικό χωρίς καν να με κοιτάξει.
Όταν η αεροσυνοδός απομακρύνθηκε, εκείνος άπλωσε ξανά το πόδι του προς τη δική μου πλευρά.
Προσπάθησα να το μετακινήσω διακριτικά, αλλά ο γοφός μου πονούσε πλέον αρκετά.
Δεν ήξερα πού να βάλω τα πόδια μου.
Δεν μπορούσα να αλλάξω θέση χωρίς να τον ακουμπήσω.
Και κάθε φορά που προσπαθούσα να βρω λίγη άνεση, κατέληγα να πιέζομαι περισσότερο πάνω στο παράθυρο.
Για μια στιγμή, μου ήρθε να κλάψω.
Όχι επειδή ο άντρας ήταν πιο δυνατός από εμένα.
Αλλά επειδή είχα κουραστεί να πρέπει να αποδεικνύω ότι άξιζα τον ίδιο σεβασμό με όλους τους υπόλοιπους.
Έστρεψα το πρόσωπό μου προς το παράθυρο και κοίταξα τα σύννεφα.
Σκέφτηκα την κόρη μου.
Φαντάστηκα το μικρό της διαμέρισμα, το κρεβατάκι της εγγονής μου και τις φωτογραφίες που μου έστελνε κάθε πρωί.
«Μαμά, κοίτα πόσο μεγάλωσε!»
«Μαμά, σήμερα χαμογέλασε στον ύπνο της!»
«Μαμά, δεν μπορώ να πιστέψω ότι είμαι επιτέλους μητέρα!»
Χαμογέλασα αχνά.
Αυτές ήταν οι στιγμές που είχαν σημασία.
Δεν ήθελα να σπαταλήσω τη χαρά μου εξαιτίας ενός αγνώστου.
Όμως, καθώς προσπαθούσα να βολευτώ ξανά, το γόνατό του πίεσε απότομα το δικό μου.
«Σας παρακαλώ!» είπα, αυτή τη φορά με πιο σταθερή φωνή. «Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Πονάει ο γοφός μου.»
Εκείνος έβγαλε τα ακουστικά του και αναστέναξε δυνατά.
«Τι θέλετε να κάνω; Να κόψω τα πόδια μου; Σας είπα ότι είμαι ψηλός!»
«Δεν σας ζήτησα να κάνετε κάτι τέτοιο. Σας ζητάω να μην καταλαμβάνετε τον χώρο μου.»
«Και εγώ σας λέω ότι δεν έχω αρκετό χώρο!»
Τον κοίταξα.
«Τότε γιατί συμπεριφέρεστε σαν να είστε ο μόνος άνθρωπος στο αεροπλάνο που έχει αυτό το πρόβλημα;»
Για πρώτη φορά, δεν χαμογέλασε.
Το βλέμμα του έγινε σκληρό.
«Προσέξτε πώς μου μιλάτε, κυρία μου.»
Αυτή η φράση με έκανε να σωπάσω για λίγα δευτερόλεπτα.
Όχι επειδή πίστευα ότι είχε δίκιο.
Αλλά επειδή δεν είχα συνηθίσει να αντιμετωπίζω ανθρώπους που προσπαθούσαν να με φοβίσουν για να πετύχουν αυτό που ήθελαν.
Ο σύζυγός μου ήταν πάντα ήρεμος. Ακόμη κι όταν διαφωνούσε με κάποιον, μπορούσε να εξηγήσει τη θέση του χωρίς να προσβάλλει.
Αυτός ο άντρας, όμως, χρησιμοποιούσε τον θυμό του σαν να ήταν όπλο.
Πίστευε ότι, αν μιλούσε αρκετά δυνατά, θα σταματούσα να διαμαρτύρομαι.
Και μέχρι εκείνη τη στιγμή, η τακτική του είχε σχεδόν πετύχει.
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Δεν θέλω να μαλώσουμε», του είπα. «Θέλω απλώς να μπορώ να κάθομαι άνετα.»
Εκείνος φόρεσε ξανά τα ακουστικά του.
«Τότε σταματήστε να μιλάτε.»
Τα λόγια του με πλήγωσαν περισσότερο απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ.
Έμεινα σιωπηλή.
Πέρασαν μερικά λεπτά.
Ύστερα άλλα δέκα.
Και ακόμη δέκα.
Το αεροπλάνο συνέχιζε να πετάει και η καμπίνα είχε βυθιστεί στη συνηθισμένη ησυχία μιας μεγάλης πτήσης.
Ο άντρας είχε απλώσει ξανά τα πόδια του.
Εγώ είχα στριμωχτεί όσο περισσότερο μπορούσα.
Ο γοφός μου πονούσε, οι ώμοι μου είχαν σφίξει και άρχισα να αισθάνομαι ότι δεν θα άντεχα για πολύ ακόμη.
Τότε κοίταξα την οθόνη μπροστά μου.
Απέμεναν πολλές ώρες μέχρι την προσγείωση.
Για πρώτη φορά, δεν σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να αποφύγω μια αντιπαράθεση.
Σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να προστατεύσω τον εαυτό μου.
Και αυτή η μικρή αλλαγή στη σκέψη μου θα αποδεικνυόταν καθοριστική.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment