ΜΕΡΟΣ 3
«ΤΩΡΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΓΙΑΤΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΑΡΚΕΤΟΣ» — Η ΘΕΙΑ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΠΟΚΤΗΣΑΝ ΝΟΗΜΑ
Η Καρολάιν δεν μίλησε αμέσως.
Έβαλε δύο φλιτζάνια καφέ στο τραπέζι.
Το δικό μου έμεινε ανέγγιχτο.
«Πες μου.»
«Θυμάσαι όταν ήσουν εννέα;»
«Τι;»
«Είχες κερδίσει έναν διαγωνισμό ζωγραφικής.»
Το θυμόμουν.
Ήταν από τις λίγες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας που αγαπούσα.
Είχα ζωγραφίσει ένα σπίτι δίπλα σε ένα δέντρο.
Είχα πάρει ένα μικρό βραβείο.
Έτρεξα τότε στον πατέρα μου.
Και εκείνος είπε:
«Η Ρεβέκκα είχε πάρει καλύτερη θέση στην ηλικία σου.»
Είχα ξεχάσει ότι η Καρολάιν ήταν εκεί.
«Το θυμάσαι;»
«Τα θυμάμαι όλα.»
«Γιατί δεν είπες τίποτα;»
Χαμήλωσε τα μάτια.
«Γιατί φοβόμουν τη μητέρα σου.»
Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι.
«Τι άλλο;»
«Όταν ήσουν δεκατριών και έβαλες το πρώτο σου γκολ, ο πατέρας σου είπε ότι η Ρεβέκκα είχε καλύτερους βαθμούς.»
«Το θυμάμαι.»
«Όταν μπήκες στο πανεπιστήμιο, είπε ότι θα μπορούσες να είχες επιλέξει καλύτερο.»
«Κι αυτό το θυμάμαι.»
Η Καρολάιν αναστέναξε.
«Δεν το έκανε επειδή δεν σε αγαπούσε.»
«Τότε γιατί;»
«Επειδή είχε μάθει να μετρά την επιτυχία με έναν συγκεκριμένο τρόπο.»
«Και η Ρεβέκκα;»
«Η Ρεβέκκα έμαθε να παίζει το παιχνίδι.»
Αυτό με χτύπησε.
«Δηλαδή;»
«Έμαθε τι ήθελαν να ακούσουν. Έμαθε να είναι η τέλεια κόρη. Και οι γονείς σου άρχισαν να επενδύουν πάνω της αυτή την εικόνα.»
«Και τώρα το κάνουν με τον Μέισον.»
«Ναι.»
Σηκώθηκα από την καρέκλα.
«Άρα η Λίλι δεν έκανε τίποτα λάθος.»
«Όχι.»
«Και ο Μέισον;»
«Ούτε εκείνος.»
Κοίταξα από το παράθυρο.
Ξαφνικά κατάλαβα ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ποιο παιδί ήταν καλύτερο.
Το πρόβλημα ήταν ότι όλοι έπρεπε να είναι κάτι.
Κανείς δεν μπορούσε απλώς να είναι παιδί.
«Γιατί δεν μου το είπες τόσα χρόνια;»
Η Καρολάιν άρχισε να κλαίει.
«Γιατί κάθε φορά που έλεγα κάτι, η μητέρα σου μου έλεγε να μην ανακατεύομαι.»
«Και την άκουσες.»
«Ναι.»
«Για χρόνια.»
«Ναι.»
Η απάντησή της ήταν τόσο ειλικρινής που δεν μπορούσα να θυμώσω.
Μόνο να πονέσω.
Όταν γύρισα σπίτι, η Λίλι ήταν στο πάτωμα και ζωγράφιζε.
«Μπαμπά!»
«Ναι;»
«Έφτιαξα κάτι.»
Μου έδειξε τη ζωγραφιά.
Ήταν μια μεγάλη σκηνή.
Πάνω στη σκηνή στεκόταν ένα κορίτσι.
«Εσύ είσαι;»
«Ναι.»
«Και τι κρατάς;»
«Μια κορδέλα.»
«Χρυσή;»
«Ναι.»
Μετά είδα κάτι στην άκρη της ζωγραφιάς.
Ένα μικρό αγόρι.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ο Μέισον.»
«Γιατί;»
«Γιατί θέλω να με χειροκροτεί.»
Σταμάτησα.
«Δεν θέλεις να τον νικήσεις;»
Κούνησε το κεφάλι.
«Όχι. Θέλω να χαρεί για μένα.»
Την αγκάλιασα.
Αυτό το παιδί είχε καταλάβει κάτι που οι μεγάλοι είχαν ξεχάσει.
Το ίδιο βράδυ, το τηλέφωνο χτύπησε.
Ο πατέρας μου.
«Ντάνιελ.»
«Ναι.»
«Θέλω να έρθω να σε δω.»
«Γιατί;»
«Θέλω να μιλήσουμε.»
«Για τη Λίλι;»
«Και για σένα.»
Έμεινα σιωπηλός.
«Μπορώ να έρθω;»
Κοίταξα τη Χάνα.
Έπειτα απάντησα:
«Έλα.»
Δεν ήξερα ότι ο πατέρας μου θα στεκόταν την επόμενη μέρα μπροστά στην πόρτα μου και θα έλεγε μια φράση που περίμενα σχεδόν σαράντα χρόνια να ακούσω.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment