ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΚΑΡΟΛΑΪΝ ΑΝΟΙΞΕ ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΠΟΥ Ο ΦΡΑΝΚ ΕΙΧΕ ΚΡΥΨΕΙ ΓΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ — ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΒΡΗΚΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ
Μπήκα στο σπίτι της Καρολάιν χωρίς να ξέρω αν έπρεπε να φύγω.
Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν η μυρωδιά μήλου και κανέλας.
Ήταν ίδια με την κουζίνα του Φρανκ.
«Γιατί μυρίζει έτσι;»
Η Καρολάιν χαμογέλασε πικρά.
«Επειδή ο Φρανκ μου έφερνε μήλα κάθε χρόνο.»
«Γιατί;»
«Επειδή η Μάιλι τα αγαπούσε.»
Πάγωσα.
«Ποια είναι η Μάιλι;»
Η Καρολάιν με κοίταξε.
«Η κόρη του.»
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
Ο Φρανκ είχε μια κόρη;
Δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα.
«Πέθανε όταν ήταν πέντε ετών.»
Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή.
«Ένα ατύχημα.»
«Και η μητέρα της;»
«Είχε ήδη πεθάνει.»
Ξαφνικά όλα όσα θυμόμουν από τον Φρανκ απέκτησαν άλλη διάσταση.
Οι φόβοι του.
Η υπερπροστασία του.
Οι εφιάλτες.
Οι τηγανίτες.
Η Καρολάιν πήγε σε ένα ντουλάπι.
Έβγαλε ένα παλιό ξύλινο κουτί.
«Μου είπε να στο δώσω όταν πέθαινε.»
Άνοιξε το καπάκι.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες.
Πολλές.
Μια μικρή Μάιλι.
Ο Φρανκ δίπλα της.
Και ανάμεσα στις φωτογραφίες...
ήμουν εγώ.
Τεσσάρων ετών.
Πέντε.
Έξι.
Επτά.
«Γιατί είχε δικές μου φωτογραφίες;»
«Επειδή ήσουν το παιδί που του έδωσε δεύτερη ευκαιρία.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
Η Καρολάιν κάθισε απέναντί μου.
«Μετά τον θάνατο της μητέρας σου, ο Φρανκ ήθελε να φύγει.»
«Να με εγκαταλείψει;»
«Ναι.»
Η λέξη με χτύπησε σαν χαστούκι.
«Γιατί;»
«Επειδή φοβόταν.»
«Εμένα;»
«Όχι. Τον εαυτό του.»
Μου εξήγησε ότι ο Φρανκ είχε χάσει τη Μάιλι χρόνια πριν.
Όταν πέθανε η μητέρα μου, ο Φρανκ ένιωσε ότι η ιστορία επαναλαμβανόταν.
«Μου είπε ότι δεν μπορούσε να θάψει άλλη κόρη.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Και τότε γιατί έμεινε;»
Η Καρολάιν πήρε μία φωτογραφία.
Εγώ κοιμόμουν κάτω από ένα τραπέζι.
«Επειδή σε βρήκε να τον περιμένεις.»
«Πού;»
«Στην κουζίνα.»
«Τι του είπα;»
Η Καρολάιν χαμογέλασε.
«Τον ρώτησες αν θα φύγει όπως όλοι οι άλλοι.»
Έκλεισα τα μάτια.
Δεν το θυμόμουν.
«Και του είπα;»
«Σου είπε ότι δεν θα φύγει ποτέ.»
Σιωπή.
«Υπήρχε όμως κάτι ακόμα.»
«Τι;»
Η Καρολάιν άνοιξε ένα δεύτερο συρτάρι.
Έβγαλε ένα γράμμα.
«Αυτό το έγραψε η μητέρα σου.»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά.
«Η μητέρα μου;»
«Λίγες ημέρες πριν πεθάνει.»
Πήρα το χαρτί.
Το όνομά μου ήταν γραμμένο επάνω.
Ροζαλί.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
«Γιατί δεν μου το έδωσε ποτέ;»
Η Καρολάιν με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο πόνο.
«Επειδή ο Φρανκ πίστευε ότι αν το διάβαζες ως παιδί, θα σε κατέστρεφε.»
Άνοιξα το γράμμα.
Η πρώτη γραμμή έγραφε:
«Αν κάποτε διαβάσεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι ο Φρανκ απέτυχε να κρατήσει μια υπόσχεση που μου έδωσε.»
Σταμάτησα.
«Ποια υπόσχεση;»
Η Καρολάιν δεν απάντησε.
Γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό της.
Κοίταξε την οθόνη.
Και το πρόσωπό της άλλαξε.
«Πρέπει να φύγεις.»
«Γιατί;»
«Επειδή κάποιος άλλος έμαθε ότι ήρθες εδώ.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment